Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020

Ο Μακεδονομάχος Παύλος Μελάς (Μίκης Ζέζας)

Γεννήθηκε στη Μασσαλία της Γαλλίας. Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τη Βόρειο Ήπειρο. Μετά τη μετακίνηση της οικογένειας στην Αθήνα, σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων απ' όπου αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός του πυροβολικού το 1891. Φέροντας τύψεις για την έκβαση του πολέμου του 1897 συμμετείχε από τους πρώτους στο ιδρυθέν το 1900 Μακεδονικό κομιτάτο για την εμψύχωση του απογοητευμένου ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας και σε αντίδραση στη δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων. Έτσι από τον Φεβρουάριο του 1904 ο Παύλος Μελάς έσπευσε με άλλους τρεις αξιωματικούς, τους Α. Κοντούλη, Α. Παπούλα και Γ. Κολοκοτρώνη, προς επιτόπια μελέτη της καταστάσεως. Αποτυγ-χάνοντας σε εκείνη την πρώτη προσπάθεια, επανήλθε τον Ιούλιο του ιδίου έτους οπότε και εισήλθε στη Μακεδονία ως ζωέμπορος με το όνομα "Πέτρος Δέδες". Μετά 20ήμερη παραμονή συναντή-θηκε με τον Λάμπρο Κορομηλά στη Θεσσαλονίκη ανταλλάσ-σοντας σκέψεις για ανάληψη επιχειρήσεων και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα.


Στις 18 Αυγούστου όταν όλα ήταν έτοιμα κατά το σχέδιο ο Παύλος Μελάς με το επιχειρησιακό όνομα Καπετάν Μίκης Ζέζας, επικεφαλής σώματος εκ 35 μόλις ανδρών, που το αποτελούσαν Μακεδόνες, Μανιάτες και Κρητικοί, ανέλαβε την αρχηγία του Μακεδονικού αγώνος εναντίον των Βουλγάρων και εισήλθε ένοπλα στα Μακεδονικά εδάφη με την εντολή να ασκεί καθήκοντα αρχηγού και στις μικρότερες ομάδες που δρούσαν, εν τω μεταξύ, στη περιφέρειες Μοναστηρίου και Καστοριάς. Πληροφορηθέντες οι Τούρκοι από διαφόρους καταδότες περί της εισόδου και της δράσης του Παύλου Μελά έθεσαν προς καταδίωξή του πολυάριθμο τουρκικό απόσπασμα. Παρά τις συνεχείς διώξεις του Οθωμανικού στρατού ο Παύλος Μελάς άρχισε ν΄ αποδεκατίζει τις βουλγαρικές ομάδες με βάση τα χωριά Λιγκοβάνη και Λίχυβο. Όμως στις 13 Οκτωβρίου 1904 βρισκόμενος στα Στάτιστα και προδομένος από την βουλγάρικη συμμορία του Μήτρου Βλάχου περικυκλώθηκε από Τουρκικό απόσπασμα 150 ανδρών. Μετά από δίωρη λυσσαλέα μάχη διέταξε αιφνίδια έξοδο τεθείς επικεφαλής των ανδρών του. Στην επιχείρηση αυτή τραυματίσθηκε θανάσιμα στην οσφυϊκή χώρα και πέθανε μετά από μισή ώρα στα χέρια του φίλου του, Γεώργιο Στρατινάκη.

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

O Ακάθιστος Υμνος

Το έτος 626, και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγούνταν εκστρατείας του βυζαντινού στρατού κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνιδίως από τους Αβάρους. Γνωρίζοντας την απουσία του στρατού, οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών

Σε συνεργασία με  τους Πέρσες, τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή αρωγή, δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ αντεπίθεση των αμυνομένων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τ περμάχ στρατηγ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Άρα, μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε έτους. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει») με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα όμως με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και Μιχαήλ Γ΄ (860). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δε θεωρείται απίθανο η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητος ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.
 «Τ περμάχ στρατηγ τ νικητήρια,
ς λυτρωθεσα τν δεινν εχαριστήρια,
ναγράφω σοι Πόλις σου Θεοτόκε.
λλ' ς χουσα τ κράτος προσμάχητον,
κ παντοίων με κινδύνων λευθέρωσον,
να κράζω σοι· Χαρε, Νύμφη νύμφευτε».

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2020

Το Δαδί στην Επανάσταση του 1821

Στο μεγάλο προσκλητήριο της πατρίδας όλοι έδωσαν το παρόν. Βρέθηκαν όλοι στην πρώτη γραμμή με τα μπαρουτόβολα και τα σπαθιά στα χέρια. Ξαναζωντάνεψαν τους θρύλους και τις παραδόσεις  και στέριωσαν στην Αλαμάνα, στη Γραβιά, στα Δερβενάκια στα Ψαρά, στο Μανιάκι και στο Μεσολόγγι, νέους βωμούς και τρόπαια. Με το γιαταγάνι του Διάκου, την κουμπούρα του Νικηταρά, τη σπάθα του Κολοκοτρώνη και των άλλων ηρώων κερδίσθηκε  η λευτεριά. 
«Ο Θεός υπέγραψε τη  λευτεριά της Ελλάδος  και δεν την παίρνει πίσω την υπογραφή του....»
 
είναι λόγια του Κολοκοτρώνη που αποδεικνύουν πόσο βαθιά ήταν ριζωμένη η πίστη των Ελλήνων, ότι στον άνισο αγώνα ο Θεός ήταν σύμμαχος.
Η  Αμφίκλεια (Δαδί) συμμετείχε ενεργά στον ιερό απελευθερωτικό αγώνα του 1821, έτσι όπως φαίνεται στ’ απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη, στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του ιστορικού Σπυρίδωνος Τρικούπη, στ΄ απομνημονεύματα του λοχαγού του τακτικού στρατού του 1821  Κάρπου Παπαδόπουλου, στα  βιβλία των αειμνήστων Γεωργίου Παπαλιάκου και Χρήστου  Ενισλείδου, καθώς και στα επίσημα πιστοποιητικά Δαδιωτών αγωνιστών που βρέθηκαν στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στο Ιστορικό Αρχείο αγωνιστών του 1821. Πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία μας δίνει ο Δαδιώτης Ερευνητής Ιωάννης Σκορδάς.
  • Ο Διάκος και ο Δυοβουνιώτης υψώνουν τη σημαία της επαναστάσεως στην πλατεία του Δαδιού στις 31 Μαρτίου και κοντά του τάχθηκαν 500 παλικάρια, γεμάτα ενθουσιασμό υπέρ της ελευθερίας.
  • Την 1η Ιανουαρίου του 1822 πραγματοποιείται η Α΄ Εθνική συνέλευση των Ελλήνων στην Νέα Επίδαυρο και εκλέγεται η πρώτη Διοίκηση της χώρας με το όνομα Προσωρινή διοίκηση της Ελλάδος, η οποία περιελάμβανε το Βουλευτικό το Εκτελεστικό σώμα. Πρώτος πρόεδρος του Βουλευτικού ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης και πρώτος πρόεδρος του εκτελεστικού ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.
  • Τον Μάρτιο του 1822 φθάνει στο Δαδί ο Υψηλάντης με τον Νικηταρά επικεφαλής σώματος εκ 700 ανδρών και συναντάται με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στο σπίτι του Αθανασίου Τσούτσου ο οποίος ήταν βουλευτής του Βουλευτικού σώματος. 
  • Τον ίδιο μήνα πραγματοποιείται πολεμικό Συμβούλιο υπό την προεδρία του Υψηλάντους στον Μπράλλο, στο οποίο συμμετείχαν οι σημαντικότεροι  οπλαρχηγοί της Ρούμελης, καθώς και οι Νικηταράς και Ζαφειρόπουλος από την Πελοπόννησο. Στο συμβούλιο αυτό αποφασίστηκε η απελευθέρωση όλης της Φθιώτιδας
  • Τον Απρίλιο του 1822  μάχες  γίνονται σ’ όλη την Κεντρική Φθιώτιδα
  • Τον ίδιο μήνα οι Τούρκοι για αντιπερισπασμό στέλνουν στην νότια Ελλάδα τον Μαχμούτ Πασά –γνωστό ως Δράμαλη - επικεφαλής 24.000 πεζών και 6.000 ιππέων, με σκοπό την κατάσβεση της επαναστάσεως. Ο Δράμαλης μέσω Βασιλικών και της Βοιωτίας περνάει στην Πελοπόννησο και συντρίβεται από τον Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια στις 26 Ιουλίου 1822.
  • Μετά τη συντριβή του Δράμαλη στην Πελοπόννησο οι Τούρκοι στέλνουν νέα στρατιά υπό τον Χασναμάρ - Πασά, ο οποίος αφού πέρασε τον Σπερχειό ποταμό όρμησε προς τη  Φοντάνα, την οποία είχαν καταλάβει ο Δυοβουνιώτης με τον Γκούρα. Λόγω της δυσκολίας να περάσουν τη Φοντάνα, οι μεν πεζοί των Τούρκων οπισθοχωρούν και καταλαμβάνουν τη σημερινή Ηράκλεια, οι δε ιππείς το Δαδί, το οποίο χρησιμοποιούσαν σαν ορμητήριο και ερήμωναν τα γύρω χωριά. Προς ενίσχυση των Τούρκων φτάνει και Κιοσέ – Μεχμέτ Πασάς από την Αττική και έτσι η δύναμη των Τούρκων ανέρχεται τώρα σε 12.000 άνδρες.......
Δημήτριος Ιωάν. Βασιλείου 
πρώην Διευθυντής του Γενικού Λυκείου Αμφικλείας